Black Athena

Μαύρος Κύκνος: το ειδικό και το γενικό, η πατριαρχία και η επανάσταση.

Εδώ θα καταπιαστούμε με ένα θέμα που φαίνεται να είναι εντελώς άσχετο αλλά από αυτό προκύπτουν χίλια δύο ζητήματα. Ας ονομάσω αυτό το θέμα εντελώς επιγραμματικά «το πρόβλημα του ειδικού και του γενικού».

Όταν λέω «ειδικό» και «γενικό» αναφέρομαι αρχικά σε αυτό που μαθαίναμε στην έκθεση σχετικά με τη δομή του επιχειρήματος, τη λογική και την μέθοδο της επαγωγής. Αναφέρομαι όμως και σε άλλα παρεμφερή – κατά τη γνώμη μου – ζητήματα που είναι η πατριαρχία, το θέμα του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, της ιστορίας και της έννοιας της πολιτικής συνείδησης. Επιπλέον και στο θέμα «φτιάχνουμε τον κόσμο που θέλουμε εδώ και τώρα» σε αντιπαραβολή με τον πόλεμο ενάντια στα αφεντικά και σε κάθε εξουσία και πως μπορούμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο – πολιτικά και υπαρξιακά. Πώς διάολο συνδέονται όλα αυτά θα αναρωτιέσαι τώρα.

Ας ξεκινήσω από την άμεσα βιωμένη εμπειρία. Κάθε φορά που μιλάμε με ανθρώπους εκτός κινημάτων έχουμε μια τεράστια δυσκολία να τους δώσουμε μια πειστική εξήγηση πρώτα για το αν αυτά που κάνουμε έχουν κάποια αποτελέσματα και δεύτερον με ποιον ακριβώς τρόπο συμβαίνει αυτό. Στη συνέχεια και αν τα έχουμε καταφέρει μέχρις εδώ μπαίνει το ερώτημα «γιατί να αγωνιστώ κι εγώ» και «ποιο είναι το νόημα». Τα πράγματα γίνονται πιο δύσκολα αν τα συζητήσουμε μεταξύ μας και αδυνατούμε να δώσουμε μια ουσιαστική/πρακτική απάντηση και ακόμα πιο δύσκολα όταν δεν μπορούμε να δώσουμε απαντήσεις ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό. Ποια είναι ακριβώς η σχέση της ειδικής, μερικής και συγκεκριμένης κινηματικής δραστηριότητας μας με την μεγάλη εικόνα, την πάντοτε γενική και αφηρημένη πραγματικότητα της μακρο-ιστορίας; Με ποιον τρόπο το ειδικό μετασχηματίζει το γενικό και με ποια θεωρητικά εργαλεία να το επεξεργαστούμε;

Αφήνω αυτά τα ερωτήματα στη μέση για να πάω στο θέμα της επαγωγής και θα επανέλθω αργότερα. Μαθαίνουμε στη δομή του επιχειρήματος ότι ένας από τους τρόπους για να καταλήξεις σε ένα συμπέρασμα είναι η επαγωγή.  Δηλαδή: είδα ένα κύκνο και ήταν λευκός, είδα και δεύτερο το ίδιο κοκ. Όσο περισσότερα τα ευρήματα τόσο πιο ασφαλές το γενικό συμπέρασμα ότι «όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί». Έχει δειχθεί πως αυτό δε στέκει λογικά – ήδη ο Hume λέει πως είναι η συνήθεια και μόνον αυτή που προσδίδει κύρος στον συγκεκριμένο τύπο επιχειρήματος. Δεν υπάρχει καμιά λογική συνεπαγωγή που να μας απαγορεύει να θεωρήσουμε πως κάποτε, κάπου με κάποιον τρόπο μπορεί να εμφανιστεί ένας μαύρος κύκνος και το συμπέρασμα να αποδειχθεί εσφαλμένο. Από αυτό ξεκινάει μια πολύ μεγάλη φασαρία στη φιλοσοφία – για όποιον έχει το χρόνο για κάψιμο εγκεφαλικών κυττάρων – η οποία μας είναι άχρηστη σε γενικές γραμμές. Η επιστημονική μέθοδος βασίζεται παρ’ όλα αυτά στην επαγωγή και λειτουργεί πολύ καλά. Γενικά η φιλοσοφική κουβέντα γύρω από το θέμα – ως φιλοσοφική – θα μας ήταν αποπροσανατολιστική. Σε προηγούμενο κείμενο (για την αναγκαιότητα και την ανεπάρκεια της ταξικής ανάλυσης) έδωσα πολύ μεγάλη έμφαση στην ιστορική εκτίμηση: «Από αυτήν και μόνον από αυτήν προκύπτει η χρήση της ταξικής ανάλυσης. Τη σημασία της «εκτίμησης» την υποτιμούμε πολλές φορές υπό το φόβο της ανάληψης ευθύνης και του θάρρους που αυτή απαιτεί και για χάριν εύκολων τσιτάτων, ευχολόγιων που μας κάνουν να αισθανόμαστε καθαροί και επαναστάτες».

Το συμπέρασμα της επαγωγικής μεθόδου είναι στην πραγματικότητα η διατύπωση μιας ιστορικής εκτίμησης. Είναι μια διατύπωση για την οποία κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη. Είναι στην πραγματικότητα μια απόφαση για πράξη, για δημιουργία της πραγματικότητας. Το πρόβλημα της επαγωγής δεν υπάρχει παρά μόνο ως κριτική στην ιδεολογία – που πάντα περηφανεύεται για τον εαυτό της ότι είναι αλήθεια – και πιο ειδικά ως κριτική στην επιστήμη ως ιδεολογία. Στο πολιτικό αλλά και στο επιστημονικό πεδίο τέτοιο πρόβλημα απλά δεν υφίσταται αφού το ξεπερνά η απόφαση, η ανάληψη ευθύνης και η πολιτική βούληση για πράξη (η επιστημονική πράξη είναι πολιτική πράξη). Το πέρασμα από το ειδικό στο γενικό δεν είναι ένα πρόβλημα λογικής εγκυρότητας αλλά κάτι που πραγματοποιείται ως πολιτική πράξη – γεγονός που το βλέπουμε κάθε μέρα.

Όλα ως εδώ μια χαρά (λέμε τώρα!). Επανέρχομαι στα ερωτήματα που έθεσα παραπάνω. Η σχέση της ειδικής, συγκεκριμένης δραστηριότητας με την γενική, αφηρημένη ιστορική κίνηση μπορεί πολύ εύκολα να δειχθεί με μια πολύ λεπτομερής καταγραφή και ανάγνωση της ιστορίας. Εκεί τα χιλιάδες μικρά γεγονότα θα εμφανιζόντουσαν ως αναπόσπαστα συστατικά της μεγάλης εικόνας (υπάρχει το πρόβλημα της αιτιότητας εδώ: ποιες και πόσες είναι οι αιτίες ενός ιστορικού γεγονότος αλλά αυτό λύνεται όταν θα διαλέξεις συγκεκριμένα εργαλεία ανάλυσης κάθε φορά πχ. ταξική ανάλυση). Αλλά μια τέτοια καταγραφή μπορούν να κάνουν ομάδες πολλών ερευνητών με πόρους (π.χ. ακαδημαϊκές κοινότητες) και μια τέτοια ανάγνωση κάποιος πολύ υπομονετικός (με την βαρετή δραστηριότητα του διαβάσματος) και με αρκετό χρόνο και χρήμα άνθρωπος. Τέτοιες ιδιότητες και προνόμια δεν έχουμε οι περισσότεροι άνθρωποι. Παρ΄ όλα αυτά δεν είναι απλά η απουσία της λεπτομερούς καταγραφής/ανάγνωσης της ιστορίας που εμποδίζει την απάντηση τέτοιων ερωτημάτων αλλά ο τρόπος που ήδη σκεφτόμαστε. Και αυτός ο τρόπος είναι γεννημένος κυρίως από τον κόσμο της εξουσίας. Και τώρα πάμε λίγο πιο κοντά στο θέμα.

Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ειδικό και γενικό γίνεται για λόγους αποτελεσματικής ανάλυσης μια κατάστασης. Την κατακερματίζουμε με σκοπό να την ανασυνθέσουμε για να πράξουμε πολιτικά. Με τη γνώση του ειδικού κατανοούμε το γενικό και καταλαβαίνουμε το ειδικό μόνον εντός του γενικού. Η σχέση συγκεκριμένου και αφηρημένου είναι περισσότερο μια σχέση zoom in και zoom out σε έναν χάρτη στον υπολογιστή παρά μια σχέση όπου τα πολλά συγκεκριμένα μας φτιάχνουν αθροιστικά (επαγωγικά) το αφηρημένο. Δηλαδή, η εστίαση στο ειδικό δεν προϋποθέτει το γενικό, όπως επίσης και το να κοιτάς το γενικό δεν προϋποθέτει να έχεις δει το μερικό. Αυτό που προϋποτίθεται σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι η απόφασή σου να μελετήσεις σε βάθος το χάρτη που κοιτάς. Και το βάθος αυτό έχει καθοριστεί από τους ήδη υπάρχοντες σκοπούς σου. Δεν είναι μια εξερεύνηση στο κενό αλλά σκοπεύει κάπου, σε κάποια δραστηριότητα (όπως οι εξερευνητές κατά τη διάρκεια των αποικιοκρατιών που δεν το κάνανε από αγάπη για τη φύση και τους άλλους πολιτισμούς αλλά για λόγους πολιτικής και πολιτισμικής κατασκοπίας).

Η πολιτική πράξη

Στην πραγματικότητα, η πολιτική πράξη δεν προϋποθέτει κάποιου είδους λογική επιχειρηματολογία ή ιστορική ανάγνωση/καταγραφή που να δείχνει την σύνδεση ειδικού/γενικού αλλά το αντίθετο. Προϋποτίθεται η πολιτική απόφαση για να ξεπεραστεί το ερώτημα της σχέσης του ειδικού και του γενικού (της καθημερινής μικρής δράσης με την μεγάλη ιστορική κίνηση). Δηλαδή, αν κάποιος ρωτάει για την χρησιμότητα των μικρών πράξεων στην κινηματική μας καθημερινότητα για την αλλαγή του κόσμου γενικά, δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Γιατί η σύνδεση αυτών των μικρών πράξεων με τη μεγάλη εικόνα έτσι όπως τίθεται προϋποθέτει μια ανάγνωση/καταγραφή της ιστορίας που προανέφερα – η οποία είναι έτσι συγκροτημένη που να απευθύνεται μόνο σε προνομιούχα κομμάτια της κοινωνίας (αυτά τα κομμάτια καλά θα κάνουν να διαβάζουν την ιστορία για να πειστούν). Για τα υπόλοιπα προηγείται το θέμα της πολιτικής απόφασης .

Και η πολιτική απόφαση προκύπτει από την συνείδηση και γνώση ότι είμαστε αυτόνομοι ή αλλιώς ότι εμείς δίνουμε το νόμο στον εαυτό μας (όπως θα το έλεγε ο Καστοριάδης) ή ότι εμείς κινούμε την ιστορία με την δράση ή τη σιωπή μας, με την εργασία ή την αντίσταση, με όποιον τρόπο αναπαραγόμαστε τελικά (όπως θα το έβαζαν οι αυτόνομοι εργατιστές ή μια ερμηνεία στα μέτρα μου τέλος πάντων). Από αυτήν την συνείδηση προκύπτει άμεσα η ευθύνη που θα αναλάβουμε για αυτή μας την ύπαρξη. Μπορούμε να πούμε πως θέλουμε να αναπαράγουμε αυτόν τον κόσμο της εξουσίας ή ότι θέλουμε να αντισταθούμε σε αυτόν και να φτιάξουμε άλλον. Το θέμα είναι όμως να αναλάβουμε την ευθύνη αυτού που λέμε. Αυτός είναι και ο πυρήνας του πολιτικού. Ότι φτιάχνουμε την ιστορία μας, το ξέρουμε και είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό. Και αυτό είναι ανεξάρτητο από τις πολιτικές πεποιθήσεις, ισχύει για όλο το πολιτικό φάσμα.

Άνδρες και Αφεντικά

Αυτή η διάκριση ανάμεσα στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο είναι παιδί της κοινωνίας των τάξεων και της πατριαρχίας. Ο άνδρας που βγαίνει στο καφενείο ασχολείται με τα γενικά, η γυναίκα που αναλαμβάνει την αναπαραγωγή στο σπίτι ασχολείται με τα ειδικά. Ο άντρας δεν έχει ιδέα από το συγκεκριμένο (πχ να μαγειρεύει) ή γυναίκα δεν καταλαβαίνει το γενικό/το πολιτικό. Ο άνδρας και η γυναίκα εδώ είναι τύποι ρόλων, σύμβολα σχέσεων. Μπορείς να βάλεις στη θέση τους το αφεντικό και τον εργάτη. Και φυσικά αυτή είναι μια σχέση εκμετάλλευσης όπου ο άνδρας κατακτά το γενικό, το επιβλέπει, το επιτηρεί και η γυναίκα γίνεται γνώστρια του ειδικού, κινεί και αναπαράγει υλικά και άμεσα τον κόσμο τούτο. Η έννοια του Κυρίου και του Δούλου στον Hegel είναι αρκετά βοηθητική εδώ (δε θα αναφερθώ καθόλου για λόγους χώρου).

Το γενικό και το ειδικό, το αφηρημένο και το συγκεκριμένο προϋποθέτουν μια σχέση ανισότητας/εξουσίας κι εκμετάλλευσης για να εμφανιστούν σε μια σχέση ιεραρχίας μεταξύ τους, όπου το γενικό κινεί το ειδικό, όπου το γενικό είναι το σημαντικό και το ειδικό το ασήμαντο.  Αυτό είναι που ισχυρίζεται ο άνδρας/αφεντικό για τον εαυτό του. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τις μικρές καθημερινές μας κινηματικές δράσεις. Είναι το ειδικό, το συγκεκριμένο που αν ειδωθεί μέσα σε αυτόν τον διαχωρισμό μοιάζει ασήμαντο και χωρίς νόημα. Ο άνδρας σε αυτήν την περίπτωση θα αναζητήσει το μεγάλο, το γενικό, το κεντρικό για να δράσει και να εμφανιστεί ως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Ξεπέρασμα;

Για το ξεπέρασμα αυτής της σχέσης και της ουσιαστικής απάντησης στο ερώτημα «πώς οι μικρές δράσεις συνδέονται με την αλλαγή του κόσμου;» χρειάζεται α) το σπάσιμο της σχέσης ανισότητας/εκμετάλλευσης/εξουσίας μεταξύ γενικού και ειδικού, άνδρα και γυναίκας, αφεντικού και εργάτη (για την ακρίβεια ο αγώνας και η αντίσταση ενάντια σε αυτή τη σχέση) και β) η πολιτική απόφαση που αναφέρω πιο πάνω. Αυτά τα δύο δεν τοποθετούνται διακριτά και διαδοχικά αλλά διαλεκτικά ως δύο μέρη μιας ενιαίας διαδικασίας. Το κάθε μέρος τροφοδοτεί το άλλο.

Για να επανέλθουν το ειδικό και το γενικό, το μερικό και το συνολικό σε μιαν αντίληψη χρήσιμη για τον αγώνα μας θα πρέπει να τα αντιληφθούμε όπως στο παράδειγμα με τον χάρτη που αναφέρω πιο πάνω. Να είναι διακριτοί τρόποι να βλέπεις τον κόσμο αλλά ενιαίοι ως προς τον σκοπό σου, ισότιμοι μεταξύ τους αναλογικά με τις προθέσεις σου. Η κινηματική καθημερινή δραστηριότητα χρειάζεται τη γνώση της μεγάλης ιστορικής κίνησης για να φανεί χρήσιμη και η μεγάλη ιστορική κίνηση μπορεί να καταστεί γνωστή μόνο μέσα από τη θέαση του συγκεκριμένου.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.