Η βία ως αποτυχία της εξουσίας

Γράφω αυτό το κείμενο με αφορμή δύο κείμενα που διάβασα από το site “Καμένα Σουτιέν”. Το πρώτο “Βία: γενικά και προσωπικά” και το δεύτερο “Βία: ιδεολογικά και κινηματικά”. Σκοπός δεν είναι να κάνω κριτική για να διορθώσω/υποδείξω κάποιου είδους λάθη σε αυτά τα κείμενα – το λέω αυτό γιατί είμαστε βαθιά εθισμένοι να γράφουμε απαντήσεις/κριτικές σε άλλα κείμενα με σκοπό να τους διορθώσουμε και να τους διαφωτίσουμε με τη δικιά μας “σωστή” οπτική. Σε αυτό το blog προσπαθώ να κάνω κάτι διαφορετικό – όπως το περιγράφω στο the project (αν δεν το έχεις ήδη διαβάσει θα σου είναι χρήσιμο να το κάνεις πριν συνεχίσεις). Να αντιλαμβάνομαι τις άλλες αντιλήψεις και οπτικές για τον κόσμο μέσα από το βίωμα τους όχι ως σωστές ή λάθος ερμηνείες του κόσμου που στέκεται κάπου εκεί έξω αλλά σαν μέρος αυτού του κόσμου. Οπότε τα κείμενα για τη βία από αυτή τη σκοπιά του φεμινισμού (υποθέτω πως υπάρχουν και άλλες φεμινιστικές οπτικές για το θέμα) δεν είναι ανταγωνιστικά προς μια δικιά μου αντίληψη αλλά με βοηθάνε να καταλάβω τον κόσμο, είναι κομμάτι του, προσθέτουν στη γνώση μου και οξύνουν την κριτική μου. Τέλος, αυτό το κείμενο δε σκοπεύει να συνεισφέρει κάπως στον φεμινισμό – αν το κάνει καλώς. Προσπαθεί με αφορμή αυτή την οπτική να συνεισφέρει στη δουλειά που γίνεται εδώ και να υπηρετήσει τους σκοπούς που έχουν διατυπωθεί. Είναι για συγκεκριμένη δουλειά δηλαδή και όχι κάτι που λύνει τα πάντα.

Το πρώτο κείμενο που αναφέρω λειτουργεί για μένα ως το βίωμα¹. Οπότε προσπαθώ να το αφουγκραστώ και να μάθω για τον κόσμο μέσα από αυτό. Το κομμάτι που με δυσκολεύει είναι το εξής: “Οι σχέσεις κακοποίησης ακολουθούν συνήθως κάποια βήματα: όλα ξεκινούν με μικρές πράξεις συναισθηματικής και ψυχολογικής βίας, ανεπαίσθητα βήματα αποκλεισμού του ανθρώπου από φίλους, οικογένεια, πλαίσιο στήριξης, κλιμάκωση της συναισθηματικής και ψυχολογικής βίας και, τέλος, σωματική βία.”

Για την ακρίβεια είναι η χρήση της έννοιας της βίας για τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Αλλά αυτό που θέλει μάλλον να εκφράσει η συγγραφέας είναι ότι παρόλο που είναι διαφορετικά υπάρχει μια γραμμή που τα ενώνει, υπάρχει κάτι που τα κάνει να βρίσκονται στην ίδια μεριά. Δηλαδή, στη γραμμή συναισθηματική, ψυχολογική βία, αποκλεισμός, κλιμάκωση και τέλος σωματική βία υπάρχει μια σχέση που έχει συνέχεια και ιστορία και εκφράζεται όλο και περισσότερο σε διαφορετικές εντάσεις.

Στο δεύτερο κείμενο ξεκινάει λέγοντας ότι “η βία είναι μια κατ’ εξοχήν πατριαρχική και εξουσιαστική έκφραση επιβολής” και “βιώνουμε τη βία καθημερινά, ως ανεργία, ως φτώχεια, ως επίθεση, ως καταπίεση. Η βία είναι το χρησιμότερο εργαλείο της εξουσίας.”

Άρνηση της ταύτισης.

Τι σημαίνει αυτό μεθοδολογικά σε αυτό το θέμα. Σημαίνει να μην αντιμετωπίζουμε τη βία σαν κάτι που έχει ουσία, σαν οντότητα, σαν κάτι το οποίο μπορούμε να το ταυτίζουμε με διάφορες ιδιότητες. Έτσι η βία δεν είναι μια ουσία αλλά μια πρακτική που ασκείται. Και αυτό σημαίνει πως είναι κάθε φορά κάτι συγκεκριμένο, ασκείται δηλαδή από συγκεκριμένους δρώντες και σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Ναι αλλά κάπως πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτήν, θα σκεφτούμε αμέσως. Έτσι είναι. Και σκέφτομαι ότι το βίωμα είναι υπεραρκετό σε πρώτη φάση για να μιλήσει γι’ αυτήν. Και το βίωμα θα εκφράσει μια συγκεκριμένη σχέση, κοινωνική, σχέση έμφυλης καταπίεσης, εξουσίας, εκμετάλλευσης. Δε χρειάζεται σε αυτό το σημείο να φτιάξουμε μια οντότητα, ουσιοκρατική που να λέγεται “βία”. Σε δεύτερη φάση, προσπαθούμε να μιλήσουμε για τη βία πιο γενικά, αφηρημένα. Αφηρημένα σημαίνει αναγκαστικά ότι αφαιρούμε πράγματα. Και εδώ η ιδεολογία παραμονεύει. Για να μην πέσουμε στα δίχτυα της πρέπει να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία, τα κοπίδια που θα τα σκίζουν κάθε φορά.

Κριτική στην ιδεολογία.

Η ιδεολογία εμφανίζεται συνήθως με το πρόσωπο γενικών κανόνων για το πώς είναι ο κόσμος. Όταν λέμε πχ “η βία είναι μια κατ’ εξοχήν πατριαρχική και εξουσιαστική έκφραση επιβολής” ή “Η βία είναι το χρησιμότερο εργαλείο της εξουσίας”. Βγαίνουμε από την συγκεκριμένη ιστορική/βιωματική εμφάνιση της βίας και την ανάγουμε σε κάποιον γενικό κανόνα.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η βία μπορεί σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να είναι το χρησιμότερο εργαλείο της εξουσίας αλλά σε μια άλλη μπορεί και όχι. Εδώ η βία έχει ταυτιστεί και φορτωθεί με διάφορα χαρακτηριστικά και ηθικές αποτιμήσεις έτσι ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε γι’ αυτήν αφηρημένα. Αυτό που μου φαίνεται χρήσιμο είναι να βγάλουμε αυτά τα χαρακτηριστικά και τις αποτιμήσεις μπας και βγάλουμε άκρη. Για παράδειγμα, (ίσως μοιάζει ακραίο αλλά δεν είναι αν το καλοσκεφτούμε) όταν κόβω το λεμόνι από τη λεμονιά ασκώ μια βία η οποία είναι εξουσιαστική για τη λεμονιά; Ή όταν αρπάζω το παιδί από το δρόμο για να μην το χτυπήσει το αυτοκίνητο; Ή όταν χτυπάω κάποιον που επιτίθεται; Δε θέλω καν να θίξω το ζήτημα της βίας απέναντι σε έναν βιαστή.

Οπότε τι κάνουμε με τη βία;

Η βία με αυτή την έννοια είναι παντού, είναι συνδεδεμένη με την ίδια την ύπαρξη της ζωής. Η γέννα του βρέφους δεν απαιτεί βία; Η βία έχει ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει ζω. Έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη “βίος” που είναι η ζωή αλλά όχι απλά η ύπαρξη, η γυμνή ζωή. Κάτι περισσότερο από αυτό. Η βία είναι δηλαδή ζωή, είναι σθένος, είναι δύναμη με την έννοια της δυνατότητας και όχι της ισχύος. Φυσικά η δύναμη, επειδή ακριβώς είναι δυνατότητα μπορεί να πάρει και της μορφή της ισχύος. Οπότε έτσι μπορούμε να βγάλουμε άκρη; Πρέπει πάντα να προσέχουμε να μην προσγειωθούμε άτσαλα σε έναν φετιχισμό της βίας. Γι’ αυτό δεν είναι χρήσιμο να βγάζουμε έναν γενικό ιστορικό κανόνα που να ταυτίζει την βία με την εξουσία ή τη βία γενικά. Επίσης, δεν πρέπει να ταυτίζουμε την εξουσία με τη δύναμη. Η δύναμη, δηλαδή, η δυνατότητα δεν είναι μια ουσία, ένα αντικείμενο που το μετράμε – όπως προσπαθεί να κάνει η φυσική επιστήμη. Είναι μια έννοια που προσπαθεί να εκφράσει αυτό που μπορεί να πραγματοποιηθεί, που μπορεί να γεννηθεί και που τώρα δεν υπάρχει.

Σε αυτή τη γραμμή αφήγησης, η βία δεν νοείται ως εξουσιαστικό πράγμα, ως μια πρακτική εγγενώς εξουσιαστική ή πατριαρχική. Αλλά ως μια ρήξη, μια καταστροφή, μια πρακτική που προσπαθεί να μετασχηματίσει αυτό που συνέβαινε, να το κάνει να υπάρξει κάπως αλλιώς. Έτσι τώρα η βία – που δεν είναι ουσία αλλά πρακτική – μπορεί να υπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς και κυρίως να εκφράζει διαφορετικές σχέσεις, διαφορετικές δυνατότητες.

Κριτήριο

Ένα κριτήριο για να την κρίνουμε, θα πρότεινα να είναι, τι είδους σχέση προσπαθεί η άσκησή της να εγκαθιδρύσει ή από την οποία προσπαθεί να απαλλαγεί. Η βία του δασκάλου στον μαθητή ή του άντρα στη γυναίκα είναι μια βία, μια δύναμη που προσπαθεί να εγκαθιδρύσει μια σχέση εξουσίας, επιβολής από τον πρώτο στη δεύτερη. Γι’ αυτό ακριβώς λέω στον τίτλο του κειμένου ότι η βία είναι ουσιαστικά η αποτυχία της εξουσίας. Εκεί που η εξουσία απουσιάζει, δεν έχει καταφέρει να εγκαθιδρυθεί ως σχέση ασκεί τη βία. Στην σχέση εξουσίας δεν απαιτείται βία. Η σχέση εξουσίας υποκειμενοποιεί, φτιάχνει ταυτότητες, διαχωρίζει, πειθαρχεί, ελέγχει, σωφρονίζει. Όταν αυτός ο σταθερός δεσμός διαρραγεί, αμφισβητηθεί, γίνει αντικείμενο άρνησης τότε εμφανίζεται η βία για να επαναφέρει μια νέα ή πρότερη κατάσταση. Για να μετασχηματίσει αυτό που υπάρχει σε κάτι άλλο. Αντίστοιχα, όταν υπόκεισαι μια σχέση εξουσίας το να βιαιοπραγήσεις εναντίον του δυνάστη σου δεν είναι εξουσιαστικό αλλά μια πράξη, μια προσπάθεια μετασχηματισμού της υπάρχουσας κατεστημένης σχέσης σε μια άλλη, ελεύθερη.

Ένα άλλο σημείο που καταλαβαίνω από το βιωματικό κομμάτι είναι πως επειδή ακριβώς συναισθηματικά και βιωματικά συνδέουμε (και ταυτίζουμε) την βία με τον πόνο και άλλα άσχημα πράγματα το ταυτίζουμε σε δεύτερο χρόνο και με άλλα άσχημα πράγματα όπως η φτώχεια, η ανεργία, η επιβολή κτλ. Το βίωμα δεν είναι η χαρά, δεν είναι η ευτυχία. Το βίωμα είναι η ζωή. Το βίωμα και η βία έχουν την ίδια ρίζα. Το βίωμα μπορεί να είναι και άσχημο, να έχει πόνο όπως η γέννα ή ο χωρισμός ή η αγωνία για να δούμε τον έρωτά μας. Έτσι και η βία. Συνήθως την έχουμε βιωματικά, σωματικά συνδεδεμένη με άσχημα πράγματα. Αλλά αυτό δεν είναι κριτήριο ταύτισης της με ότι άσχημο, εξουσιαστικό, πατριαρχικό πράγμα υπάρχει σε αυτόν τον σκατένιο κόσμο.

Υπάρχει η έμφυλη βία που προσπαθεί να συντηρεί και ανασυγκροτεί την έμφυλη σχέση εξουσίας, υπάρχει και η απελευθερωτική βία που προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτή τη σχέση. Ή υπάρχει η βία του κράτους στους υπηκόους του που αντιστέκονται με σκοπό να τους πειθαρχήσει, υπάρχει και η βία των από τα κάτω που αντιστέκονται και ζουν ή θέλουν να ζουν ελεύθερα.

Έτσι, νομίζω ότι το να βλέπουμε τη βία (ως ορμή προς μετασχηματισμό) εντός των συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων που αυτή ασκείται και να την κρίνουμε για αυτό που προσπαθεί – που προσπαθούν αυτοί που την ασκούν, επειδή δεν είναι η βία που κάνει κάτι, δεν είναι ουσία αλλά πρακτική – που προσπαθεί, λοιπόν, να δημιουργήσει ή να καταστρέψει είναι μια λύση που μπορεί να μας είναι χρήσιμη. Χρήσιμη για να αποφύγουμε οποιονδήποτε φετιχισμό. Είτε φετιχισμό που ανάγει τη βία σε αυτοσκοπό και ηδονή της ζωής, είτε στο Κακό πράγμα που μας βασανίζει.

¹ (α) το βίωμα. Το οποίο είναι παράλληλα αποτέλεσμα και δημιουργός κοινωνικών σχέσεων, δεν είναι ούτε αντικειμενικό αλλά ούτε και υποκειμενικό, είναι ιστορικό κατά τρόπο με τον οποίο του καθενός και της καθεμιάς το βίωμα συγκροτεί ένα συλλογικό βίωμα στο οποίο μπορεί ο κάθε άνθρωπος να βρίσκει τον εαυτό του αλλά ταυτόχρονα και όχι ακριβώς. Συνδέεται χωρίς να ταυτίζεται.

One response to “Η βία ως αποτυχία της εξουσίας

  1. Υπάρχει ένα κεφάλαιο που λέει πως η μη-βια είναι πατριαρχική και μπορεί να προσφέρει αρκετά σε αυτό το διάλογο.

    http://eagainst.com/articles/peter-gelderloos-non-violence-greek/

Leave a Reply

Your email address will not be published.