Θεωρία χωρίς δράση είναι κενή, δράση χωρίς θεωρία είναι τυφλή (#2): η πολιτική πράξη

Στο πρώτο (και αρκετά βαρετό) μέρος είδαμε δύο βασικά πράγματα. Πρώτον, ότι η θεωρία και η δράση εμφανίζονται διαχωρισμένες εδώ και χιλιάδες χρόνια σε όλα τα συστήματα εκμετάλλευσης και ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τον κυρίαρχο καταμερισμό εργασίας. Δεύτερον, πως η θεωρία και η δράση είναι αδιαχώριστες από τη σκοπιά αυτού που στοχεύει στην συνολική αναπαραγωγή του όποιου κοινωνικού συστήματος (είτε καπιταλιστικό, είτε δουλοκτητικό).

Πάμε τώρα να δούμε τι συμβαίνει στους δικούς μας χώρους και στις δικές μας πρακτικές.

Κίνημα

Όπως λέω και στην αρχή του κειμένου αυτού, στους πολιτικούς μας χώρους παράγεται και αναπαράγεται συστηματικά αυτός ο διαχωρισμός. Όπως παράγεται σε όλη τη διάρκεια της κοινωνικής ιστορίας επειδή θεμελιώνει μια σχέση εκμετάλλευσης, αντιπροσωπεύοντας εκτός των άλλων και τον κυρίαρχο καταμερισμό εργασίας, έτσι και στους χώρους μας συμβαίνει ακριβώς το ίδιο. Δεν συμβαίνει επειδή είμαστε ανίδεοι ή δεν ξέρουμε από ιστορία (παρόλο που επηρεάζουν και αυτά) αλλά ακριβώς επειδή στο εσωτερικό μας υπάρχουν σαφείς σχέσεις εκμετάλλευσης που αυτός ο διαχωρισμός υπηρετεί. Ταυτόχρονα ισχύει με τον ίδιο τρόπο (ή θα έπρεπε να ισχύει) και η συνεχής άρση του.

Βλέπουμε τον διαχωρισμό να εκφράζεται κυρίαρχα ως έμφυλος καταμερισμός εργασίας, όπου η θεωρία, οι έννοιες, το επιχειρησιακό/οργανωσιακό σκέλος παράγεται από τους άνδρες, ενώ η εργασία, η φροντίδα για την αναπαραγωγή από τις γυναίκες. Για παράδειγμα, εγώ που γράφω τώρα και προσπαθώ να παράξω θεωρία με τρόπο συστηματικό «όλως τυχαίως» είμαι άνδρας. Προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός. Μεγαλωμένος ως άνδρας, ένας από τους ρόλους που δομικά επιτελώ είναι και αυτός της παραγωγής της σκέψης. Όταν λέω δομικά εννοώ και ανεξάρτητα από τις προθέσεις μου. Αυτή είναι μία έκφραση των σχέσεων εκμετάλλευσης εντός του κινήματος. Υπάρχουν και άλλες πιο πολύπλοκες και σχετίζονται με τη δομή της οικογένειας (γονείς, παιδιά, θείοι/ες) με την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό συγκροτημένοι οι χώροι μας ή και με ανισότητες ηλικίας και εμπειρίας κτλ.

Παράλληλα, κυριαρχεί ο φετιχισμός της θεωρίας και της δράσης. Από τη μια μεριά έχουμε τη λατρεία της πράξης, του πρακτικισμού (που πολιτικά έχει πάρει μορφή με την εξέγερση και την καταστροφή ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο) και άρα την αλλεργία στην θεωρητική δουλειά. β) Από την άλλη, την λατρεία της θεωρίας από διάφορους wannabe διανοούμενους του «χώρου» που προσπαθούν να κάνουν κινηματική “καριέρα” από την άνεση του σπιτιού τους και με αυτή την υπεροψία του συγγραφέα, που νιώθει διάφορα μεταφυσικά πράγματα σχετικά με την θεωρητική δουλειά.

(Ανοίγω μια παρένθεση για το θέμα. Να αναφέρω ενδεικτικά: νιώθει για παράδειγμα ότι με τη θεωρία αναπαριστά την πραγματική εικόνα του κόσμου και άρα τον φανερώνει. Ο θεωρητικός γίνεται έτσι διαφωτιστής, φορέας της αλήθειας του. Ακραίο παράδειγμα που κανείς δεν το παραδέχεται αλλά κρυφά το νιώθει. Μια άλλη περίπτωση είναι ότι νιώθει ότι κάνει κάτι ευγενές που προσιδιάζει σε τέχνη (να μη μιλήσω για τη τέχνη εδώ αν και πολύ θα το ήθελα), είναι κάτι αμόλυντο και οφείλει να είναι για ανθρώπους με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (πως σκέφτονται, πως μιλάνε, τι φοράνε κοκ). Και αυτό δεν θα το παραδεχτούνε πολλοί. Δεν είναι τυχαίο τέλος πάντων ότι τέτοιου τύπου wannabe διανοούμενοι έχουν συγκεκριμένη ταξική καταγωγή. Είναι παιδιά από καλές (συνήθως αριστερές) οικογένειες, από καλά σχολεία και καλές σπουδές. Και συνήθως έχουν και καλλιτεχνική φλέβα. Κλείνω παρένθεση.)

Έτσι, εντός του κινήματος εμφανίζεται η ίδια αντίληψη περί ανώτερων και κατώτερων τάξεων. Όπου οι «θεωρητικοί» κοιτάνε με μισό μάτι τους ανθρώπους της δράσης ως ούγκανους και αμόρφωτους και από την άλλη οι δεύτεροι έχουν ένα μίσος για τους θεωρητικούς, μια σχέση που έχει αναλογίες με το ταξικό μίσος. Μιας και συνήθως αυτός ο διαχωρισμός εκφράζει και μια ταξική διαφορά (είτε οικονομική, είτε κοινωνική/ιδεολογική).

Πέρα από τον φετιχισμό, η θεωρία και η δράση ως διαχωρισμένες πρακτικές έχουν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό. Η έμφαση στον πρακτικισμό/δράση συνιστά την ίδια στιγμή λατρεία της θεωρίας (ως διαχωρισμένης από την δράση). Όσο κι αν μοιάζει περίεργο. Το εξηγώ. Η άρνηση ατόμων και συνελεύσεων να παράξουν θεωρία από την ίδια τους την εμπειρία είναι την ίδια στιγμή αποδοχή μιας θεωρίας είτε σε μορφή αξιών, κανόνων, είτε σε μορφή προταγμάτων: δηλαδή σε μορφή που έχει διαχωριστεί από την καθημερινή μας δράση. Είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε αυτό το σημείο. Αυτήν ακριβώς την λατρεία της θεωρίας από τους υπερασπιστές του πρακτικισμού που εχθρεύονται συστηματικά την θεωρία. Αυτοί ακριβώς παράγουν τον διαχωρισμό, τον δέχονται και πειθαρχούν σε αυτόν με τις ίδιες τους τις καθημερινές δράσεις και πρακτικές. Όπως ένας εργάτης που αποδέχεται χωρίς αμφισβήτηση την οργάνωση της εργασίας του ή φυσικοποιεί την εργασιακή του σχέση. Αντίστροφα, το ίδιο το βρίσκουμε από άλλη διαδρομή. Η έμφαση στην θεωρητική παραγωγή με έναν ταυτόχρονο υποβιβασμό της πρακτικής/δράσης είναι λατρεία της δράσης ως αυτοσκοπό, ως φετίχ. Με την εξής όμως έννοια: το γράψιμο και το διάβασμα στον υπολογιστή ή σε έντυπη μορφή είναι συγκεκριμένες δράσεις, με συγκεκριμένη στάση του σώματος, συγκεκριμένη κούραση. Οι συλλογικές συζητήσεις για την παραγωγή θεωρίας το ίδιο. Συγκεκριμένες ικανότητες και συγκεκριμένη φυσική/σωματική κατάσταση. Όλα αυτά είναι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα/δράση. Το να πραγματοποιείς αυτήν την δράση/δραστηριότητα είναι λατρεία της δράσης – απλά τις δίνεις άλλο όνομα. Υπό αυτή την οπτική ο wannabe διανοούμενος είναι ο χειρότερος ουγκ και ο ουγκ ο χειρότερος wannabe διανοούμενος.

Η πολιτική πράξη

Στον αρχικό τίτλο αυτού του κειμένου αντί για «δράση» έγραφα «πράξη». Την αντικατέστησα όμως γιατί θέλω να χρησιμοποιήσω την «πράξη» λίγο διαφορετικά. Με την «δράση» έδωσα έμφαση στον πρακτικισμό που δεν στοχεύει κάπου, δεν έχει στρατηγική και κατεύθυνση. Με την «πράξη» θα εννοώ εκείνη την δραστηριότητα και πρακτική που είναι συνειδητά στοχευμένη προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, που υπηρετεί έναν γενικότερο σκοπό αλλά με συγκεκριμένο τρόπο/τακτική (όχι αφηρημένα) και συνειδητά επίσης εντάσσεται και αναμετράται με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό/ιστορικό πλαίσιο. Γι’ αυτό και είναι πολιτική πράξη. Επειδή αναμετράται συνειδητά με τον κόσμο.

Για να υπάρχουν σε ενότητα η θεωρία και δράση πρέπει να υπάρχει κοινός σκοπός και στρατηγική. Όπως κάνει ο κεφαλαιοκράτης ή το κράτος που έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Εμείς έχουμε γενικά έναν κοινό σκοπό αλλά αν το σκαλίσουμε λιγάκι ο καθένας θέλει το δικό του (και αυτό δεν είναι πρόβλημα πολιτικής θεωρίας). Οπότε αφού δεν έχουμε ακριβώς κοινούς σκοπούς και στρατηγική και ακόμα περισσότερο, αφού δεν έχουμε κανέναν κοινό τόπο ο οποίος να παίρνει συγκεκριμένη πολιτική, οργανωτική και υλική μορφή το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δρούμε και να σκεφτόμαστε σα να έχουμε. Σα να είμαστε ένα ενιαίο κίνημα, μια συνολική άρνηση απέναντι στις μορφές εξουσίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Και επειδή θα δρούμε ως εάν να είμαστε ενιαίο πράγμα με ακριβώς αυτόν τον τρόπο θα δημιουργούμε αυτό το ενιαίο.

Ο τρόπος, λοιπόν, για να κάνουμε θεωρία είναι μονάχα ένας. Η θεωρία είναι ένα ακόμη εργαλείο ανάμεσα σε όλα τα άλλα, ισοδύναμο εκ των προτέρων με όλα τα άλλα, ένα εργαλείο ανάλυσης, εργαλείο για την ανάπτυξη της αντιληπτικής μας ικανότητας του οποίου το κριτήριο χρήσης δεν είναι αξιακό, ηθικό ή ότι άλλο. Αλλά πολιτικό, δηλαδή, κατά πόσο λειτουργεί στον αγώνα, κατά πόσο μας είναι χρήσιμο και υπηρετεί αποτελεσματικά τους σκοπούς. Και ο τρόπος για να δρούμε ανάλογα. Να δρούμε με βάση μιαν αντίληψη, μια στοχοθεσία, ένα σχέδιο που να ξεδιπλώνεται σιγά σιγά και μακροπρόθεσμα με τις δράσεις μας.

Όπως ασκούμε τους μυς με κάποια εργαλεία γυμναστικής, έτσι ασκούμε την αντίληψή μας με τη θεωρία. Όπως για να σπάσουμε ένα ακυρωτικό χρειαζόμαστε την κατάλληλη βαριά, έτσι για να σπάσουμε την ιδεολογική ηγεμονία των αφεντικών χρειαζόμαστε μια βαριά θεωρία.

Παράλληλα και πιο ειδικά, η δράση και η θεωρία δεν μπορούν να συνυπάρχουν με μια γραμμική σχέση ανάμεσά τους. Είτε από τη θεωρία στην δράση, είτε από την δράση στην θεωρία. Όπως η δουλειά με την θεωρία σου διευρύνει τις αντιληπτικές (και ακόμα και τις αισθητηριακές) ικανότητες και άρα σου διευρύνει τις δυνατότητες για δράση, έτσι και η δράση, οι πρακτικές τροφοδοτούν τη θεωρία και την αντίληψη μας, διευρύνουν την σχέση μας με τον κόσμο. Η τεχνογνωσία δεν είναι απλή και ουδέτερη τεχνογνωσία. Έτσι εμφανίζεται στα εγχειρίδια χρήσης όταν αγοράζουμε ένα μηχάνημα. Τεχνογνωσία σημαίνει πολιτική δυνατότητα. Η διεύρυνσή της διευρύνει και τις πολιτικές μας δυνατότητες.  Πολλές φορές έχουμε δει πως η απόκτηση μιας τεχνογνωσίας ανοίγει νέες μορφές αγώνα ή ακόμα και νέες στοχεύσεις στον αγώνα. Παράδειγμα: είναι άλλο να λες ενάντια στο συστήματα ελέγχου ή στα φράγματα του Αχελώου και άλλο να έχεις την τεχνογνωσία που καθιστούν αυτό το «ενάντια» άμεσα πραγματοποιήσιμο. Άλλος αγώνας στη μια περίπτωση και άλλος στην άλλη, άλλα όρια, άλλες μέθοδοι και άλλος δρόμος για να τον διεξάγεις.

Η πολιτική πράξη ή αλλιώς η συνειδητή αναμέτρηση με αυτήν την πραγματικότητα είναι που ενοποιεί την θεωρία με τη δράση. Αυτό ισχύει και για τους καπιταλιστές. Η δική μας πολιτική πράξη ενοποιεί την θεωρία και την δράση με έναν τρόπο που: α) εκφράζουν τον δικό μας καταμερισμό εργασίας που βασίζεται στην ισότητα και στην κατάργηση της εξουσίας και της εκμετάλλευσης και β) τις θέτει και τις δύο εξίσου στην υπηρεσία των ειδικών τακτικών και των γενικών στρατηγικών μας στόχων.

Τελειώνοντας θα συνοψίσω σε μια φράση αυτό που νομίζω μας βοηθάει σαν οδηγό: ο λόγος να κάνει, να παράγει και να δημιουργεί κάτι και η δράση να έχει νόημα, να μιλάει, να σημαίνει, να επικοινωνεί. Ή αλλιώς, ο λόγος να είναι δράση, η δράση να είναι λόγος.

Leave a Reply

Your email address will not be published.