Αλληλεγγύη της άρνησης και της διαφοράς

Στις μέρες μας η έννοια της «αλληλεγγύης» έχει διαδοθεί επικίνδυνα. Υπάρχει η αλληλεγγύη στους έλληνες, η αλληλεγγύη «είμαστε όλοι Γάλλοι», η αλληλεγγύη που προωθεί το κράτος για τους πρόσφυγες στην εποχή της αριστερής κυβέρνησης, η κάρτα αλληλεγγύης του υπουργείου και η γνωστή μας ταξική αλληλεγγύη. Αυτό το κείμενο είναι σε συνέχεια προηγούμενης αναφοράς: «Ας είμαστε σε εγρήγορση για αυτή την κίνηση του κράτους και για τον αυτοκαθορισμό και την εκλέπτυνση της έννοιας της αλληλεγγύης».

Η αλληλεγγύη, όπως αναφέρεται στα παραπάνω παραδείγματα είναι μια αλληλεγγύη που βασίζεται στην ταύτιση. Που θεμελιώνεται και κινητοποιείται συναισθηματικά και πολιτικά στη βάση του «είμαστε όλοι κάτι». Το πολύ γνωστό σε εμάς «είμαστε όλοι μετανάστες». Η αλληλεγγύη σημαίνει η βοήθεια, η στήριξη, η εγγύηση στον άλλον. Και έχει ιστορικά αναπτυχθεί μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα.

Μηχανική και Οργανική Αλληλεγγύη

Έχει ενδιαφέρον να δούμε την διάκριση που κάνει ο Durkheim ανάμεσα σε «μηχανική» και «οργανική» αλληλεγγύη στο βιβλίο του «Κοινωνικός Καταμερισμός της Εργασίας» (1983) – άσχετα με τη θεώρηση του για τον κοινωνικό καταμερισμό. Η μηχανική αλληλεγγύη, κατά τον Durkheim, είναι η αλληλεγγύη που αναπτύσσεται σε κοινωνίες με χαμηλό επίπεδο καταμερισμού εργασίας (πχ αρχαϊκές ή ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό της ελληνικής επαρχίας πριν από 60-80 χρόνια) και βασίζεται σε κοινωνικές και πολιτιστικές ομοιότητες. Σε αυτές αναπτύσσεται ένα σύνολο πεποιθήσεων και μια ενιαία συλλογική συνείδηση, όπου το άτομο δεν είναι αυτό που ξέρουμε σήμερα. Η οργανική αλληλεγγύη αναπτύσσεται σε αυτό που λέμε καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου το επίπεδο του καταμερισμού της εργασίας είναι σαφώς υψηλότερο, εμφανίζεται το άτομο ως κοινωνική κατηγορία το οποίο ανεξαρτητοποιείται από τα άλλα άτομα και οι διαφοροποιήσεις από τη συλλογική συνείδηση δεν είναι απλές εξαιρέσεις. Αυτή η αλληλεγγύη εκφράζεται μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση.

Ας πάμε τώρα πέρα από αυτό που θα υποστήριζε ο Durkheim και ας παραποιήσουμε¹ λίγο τις έννοιες αυτές για τους δικούς μας σκοπούς. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αλληλεγγύη στη βάση του έθνους είναι μια ρομαντική επίκληση στο αίσθημα και τη συλλογική συνείδηση που ανέπτυσσε μια κοινωνία στο παρελθόν (σε κοινότητες ας πούμε). Ενός είδους μηχανική αλληλεγγύη. Και ας πούμε ότι η οργανική αλληλεγγύη είναι αυτή που μας είναι γνωστή ως ταξική αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη που σχετίζεται με τον καταμερισμό της εργασίας, τα συμφέροντα των ατόμων που εκπορεύονται από τη θέση τους μέσα στην παραγωγή και στην αλληλεξάρτηση μεταξύ των ανθρώπων που διευρύνεται και ξεφεύγει από τα όρια μιας μικρής κοινότητας (η λειτουργία ενός εργοστασίου στην Κίνα εξαρτάται από την εργασία σε αυτό, από την εργασία ενός προγραμματιστή στην Ελλάδα και από τις τράπεζες στα νησιά Κέυμαν).

Βλέπουμε πως το κράτος κάνει συνέχεια επίκληση στην μηχανική αλληλεγγύη ενώ οι κοινωνικές συνθήκες (ο καταμερισμός και η οργάνωση της εργασίας) επιβάλλουν την οργανική. Τα αφεντικά την ασκούν πολύ καλά και τα κομμουνιστικά κινήματα από τον 19ο αιώνα την έχουν τοποθετήσει στην πρώτη γραμμή του αγώνα. Το κράτος το κάνει αυτό στην προσπάθεια του να αυτό-παρουσιαστεί ως ουδέτερο και ως εκφραστής μιας φαντασιακής κοινότητας στο σύνολό της (είτε ρομαντικού, είτε πολιτικού εθνικισμού, είτε κάποιας άλλης κοινότητας πολιτών). Από τη μεριά μας, επικαλούμαστε την οργανική αλληλεγγύη (χωρίς πολύ πετυχημένα αποτελέσματα) όπως κάνουν και τα αφεντικά (με εξαιρετικά αποτελέσματα). Φυσικά επειδή τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα από μια σχέση αφεντικών και εργατών και η αλληλεγγύη εκφράζεται με εξίσου περίπλοκους και αντιφατικούς τρόπους. Ας πούμε υπάρχει η τάξη των managers, υπάρχουν καλοπληρωμένοι εργαζόμενοι στον τομέα του σχεδιασμού και της οργάνωσης της εργασίας και κακοπληρωμένοι εργαζόμενοι στο πάτο της παραγωγικής διαδικασίας.

Η επίκληση της αλληλεγγύης στη βάση μιας φαντασιακής κοινότητας είναι πάντοτε ιδεολογική. Από την άλλη η οργανική – ταξική αλληλεγγύη είναι εξαιρετικά σύνθετη και εμπεριέχει και αυτή μια ιδεολογική προκείμενη όταν προϋποθέτει ταξική ομοιογένεια. Ας πούμε οι έλληνες υπήκοοι με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορούν να ασκήσουν πραγματικά μια αλληλεγγύη στη βάση της ταξικής ομοιότητας με τους μετανάστες από τη Σενεγάλη; Και εννοούμε έμπρακτη αλληλεγγύη στη βάση των κοινών αναγκών. Δύσκολο. Έτσι υπάρχει κρυμμένο και ένα ιδεολογικό στοιχείο ακόμα και στους αγώνες που βασίζονται στην ταξική αλληλεγγύη. Μια φαντασιακή ταξική κοινότητα. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση για τις ταξικές ενδοκινηματικές διαφορές και σε ποιο βαθμό αυτές συγκροτούν τις μορφές και τις πρακτικές αλληλεγγύης.

Ένα μόνο σημείωμα για το θέμα αυτό. Όταν για παράδειγμα αναπτύσσεται η αλληλεγγύη στη Sanaa Taleb πόσο πραγματικά στο πλάι της βρισκόμαστε όταν δεν απειλούμαστε με απέλαση όταν δεν έχουμε δουλειά, όταν δεν είμαστε μετανάστριες. Η αλήθεια είναι πως δεν βρισκόμαστε και πολύ. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγεί την αλληλεγγύη για παράδειγμα στον Ρωμανό. Ο Ρωμανός βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε ένα μεγάλο κομμάτι του κινηματικού χώρου, μπορεί να δημιουργήσει ταύτιση από ανθρωπολογικής, πολιτισμικής, έμφυλης, ταξικής και πολιτικής ομοιότητας. Πολλοί μοιάζουν με αυτό το προφίλ, πολλοί θα μπορούσαν να είναι στη θέση του. Στη θέση της Taleb όμως όχι. Ούτε καν όταν μιλάμε για το έμφυλο και μόνο.

Έτσι βλέπουμε ότι ιστορικά, δηλαδή εκεί έξω, αναπτύσσεται μια τέτοιας μορφής αλληλεγγύης στη βάση της ομοιότητας. Όσο λιγότερο ιδεολογικοποιημένη είναι αυτή η ομοιότητα, άρα περισσότερο πραγματική, υπαρκτή και βιωμένη τόσο πιο πετυχημένη η αλληλεγγύη και ο αγώνας. Όταν συμβαίνει το αντίστροφο έχουμε αποτυχίες και αγώνες χωρίς συνέχεια και συνέπεια. Ίσως να είναι και λίγο αγώνες πολυτελείας που προέρχονται από μια προνομιακή θέση (και ίσως και από κάποιες ενοχές για τα δοθέντα αυτά προνόμια). Αφού όλα αυτά συμβαίνουν εκεί έξω τι πρέπει να κάνουμε. Να κάνουμε αλληλεγγύη μόνο όταν έχουμε πραγματικά τις ίδιες ανάγκες και βρισκόμαστε στην ίδια ταξική θέση; Μάλλον όχι, αλλά ακόμα και «ναι» να λέγαμε δεν θα είχε νόημα, θα ήταν απλά μια ευχή. Ας εξετάσουμε μια διαφορετική μορφή αλληλεγγύης. Μια αλληλεγγύη στη βάση της άρνησης και της διαφοράς. Και ας προσπαθήσουμε να την προσθέσουμε στις πρακτικές μας.

Άρνηση και διαφορά

Ας ξεκαθαρίσουμε πως οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης δεν εκπορεύονται από μια πηγή του κακού αλλά είναι ακριβώς αυτό που λέμε. ΣΧΕΣΕΙΣ. Δεν είναι ο κακός καπιταλιστής η σχέση κεφάλαιο. Είναι η σχέση καπιταλιστή-εργάτη-τεχνικών-μέσων παραγωγής κτλ κτλ. Δεν είναι ο κακός άντρας η σχέση πατριαρχία. Είναι η σχέση άντρα-γυναίκας-παιδιών και κατασκευής του «άντρα» και της «γυναίκας» κτλ κτλ. Αυτές, λοιπόν, οι σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης παράγονται, αναπαράγονται και επεκτείνονται με συγκεκριμένους τρόπους. Αυτές ακριβώς οι σχέσεις, όμως, υπάγονται και σε διαδικασίες άρνησής των και προσπάθειας να καταστραφούν, να μετασχηματιστούν. Και συμβαίνει αυτό επειδή είναι οι άνθρωποι και η ζωντάνια τους που της πραγματοποιεί και αυτή η ζωντάνια² μπορεί να τις αλλάξει . Και ζωντάνια σημαίνει πάντοτε διαφορά. Δηλαδή, δεν υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε να πραγματώνεται/αρνείται/μετασχηματίζεται μια σχέση. Υπάρχουν ζωντανοί και γι’ αυτό διαφορετικοί.

Σε αυτό το πλαίσιο βλέπουμε συνεχώς μέσα στην ιστορία, στην βιωμένη μας καθημερινότητα και στους αγώνες μας να αρνούνται οι άνθρωποι να αναπαράγουν αυτές τις σχέσεις. Έτσι μια αλληλεγγύη της άρνησης και της διαφοράς βασίζεται στην πρακτική αυτών των αρνήσεων χωρίς να αναζητά μια σχέση ταύτισης και ομοιότητας. Είμαστε αλληλέγγυοι σε κάποιες επειδή αρνούνται (με τον δικό τους τρόπο) τις σχέσεις εξουσίας. Και οι σχέσεις εξουσίας συνεχώς προσπαθούν να εξολοθρεύσουν τη διαφορά με την έννοια ότι προσπαθούν πάντα να νεκρώσουν το ζωντανό (όχι τη διαφορά με μια φιλελεύθερη έννοια της διαφορετικότητας).

Όταν για παράδειγμα κάνουμε αλληλεγγύη στους μετανάστες ψάχνουμε να βρούμε πως φέρονται για παράδειγμα μέσα στις οικογένειές τους, οι άντρες στις γυναίκες και στα παιδιά, δεδομένου ότι ακραίες μορφές πατριαρχίας υπάρχουν στις χώρες τους. Το κάνουμε αυτό δίνοντας λ.χ. ένα 50% αλληλεγγύης (όσο και το ποσοστό ομοιότητας) και όσο περισσότερο μοιάζουμε τόσο περισσότερη η αλληλεγγύη. Αυτή είναι μια δυσκολία που εμφανίζεται πολύ συχνά. Η αλληλεγγύη της άρνησης δεν έχει τέτοια προβλήματα. Δεν «κάνεις» αλληλεγγύη στους μετανάστες με τρόπο θετικό, δηλαδή, γι’ αυτό που είναι. Κάνεις γι’ αυτό που προσπαθούν να αρνηθούν, δηλαδή γι’ αυτό που δεν είναι. Για τη σχέση εξουσίας/εκμετάλλευσης από την οποία προσπαθούν να απαλλαγούν με το δικό τους τρόπο (διαφορά). Και σε αυτή την αρνητικότητα αρχίζει και τελειώνει αυτή η αλληλεγγύη. Τα υπόλοιπα είναι άλλη συζήτηση και άλλο θέμα που αντιμετωπίζεται αλλιώς. Δεν έχουμε ανάσχεση της αλληλεγγύης επειδή μοιάζουμε λίγο ή επειδή δε μοιραζόμαστε κοινές αξίες και ανάγκες. Η αλληλεγγύη είναι εκεί για να αποδομήσει/καταστρέψει την σχέση εξουσίας/εκμετάλλευσης, για να διεξάγει έναν αγώνα και όχι να χτίσει θετικότητες. Οι θετικότητες, η αλληλεγγύη με τέτοιο τρόπο είναι η μηχανική-κοινοτιστική και η οργανική-ταξική. Αλλά αυτές έχουν ένα όριο. Το όριο της ομοιότητας. Το οποίο όσο λιγότερο βασίζεται στις κοινές ανάγκες, κοινή ταξική θέση τόσο πιο επικίνδυνη γίνεται. Ειδικά όσο ιδεολογικοποιείται. Και η οποία ταιριάζει γάντι και για πολύ διαφορετικούς αγώνες από τους δικούς μας. Όπως των αφεντικών ή των κάθε είδους ορθόδοξων ομοϊδεατών.

Η αλληλεγγύη της άρνησης και της διαφοράς βασίζεται πάντα σε αυτό που δεν μπορεί να χωρέσει σε καμιά ταυτότητα από τη μια μεριά και από την άλλη αυτό που προσπαθεί να ξεπεράσει τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας. Απ’ το προηγούμενο κείμενο : «Η αλληλεγγύη δεν είναι μια εγγύτητα στη βάση της ομοιότητας αλλά στη βάση της διαφοράς. Είναι η εγγύτητα με τον Άλλον, τον ξένο, τον άνγωστο που δεν μπορείς να ταυτοποιήσεις»³.

¹ Λέμε να παραποιήσουμε γιατί ο Durkheim θεωρούσε τους ταξικούς αγώνες ως κάτι μη φυσιολογικό που διαταράσσει την κοινωνική αρμονία ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και επίσης τα αίτια του καταμερισμού της εργασίας γι’ αυτόν είχαν να κάνουν περισσότερο με αύξηση του πληθυσμού, μεγάλωμα των πόλεων, γεωγραφική/δημογραφική επέκταση και άλλες τέτοιες χαζομάρες.
² Υπό αυτή την οπτική πρέπει να ειδωθεί και η σχέση μας με τις τεχνολογίες, δηλαδή, την μορφή της νεκρής εργασίας. Ως νεκρό πράγμα η τεχνολογία είναι πολύ πιο δύσκολο να μετασχηματιστεί ως σχέση. Η τεχνολογία ως σχέση είναι μια σχέση μεταξύ ανθρώπων απλά πολύ πιο συμπαγής και σφιχτοδεμένη.
³ Εδώ πρέπει να κάνουμε ένα σχόλια για το γλωσσικό του ζητήματος. Η αλληλεγγύη στα ελληνικά είναι μια στήριξη, εγγύηση, εγγύτητα, βοήθεια στον ‘Αλλον. Η αλληλεγγύη στα αγγλικά (solidarity) έχει τη ρίζα της στο solid που είναι πιο κοντά στο συμπαγές, ομοιογενές. Έτσι το solidarity εκφράζει αυτές τις δυο μορφές αλληλεγγύης που βασίζονται στην ομοιότητα που αναπτύχθηκαν στις κοινωνίες από τις οποίες πηγάζει και η λέξη. Η αλληλεγγύη στο εδώ βαλκανικό πλαίσιο είναι πιο κοντά και σε άλλα παραδείγματα ίσως όπως η φιλοξενία των άγνωστων ταξιδιωτών και άλλες τέτοιες μορφές αλληλεγγύης.

5 responses to “Αλληλεγγύη της άρνησης και της διαφοράς

  1. Πολύ ενδιαφέρον κείμενο. Η διαφορά στην αντίδραση μετά το φόνο των Λουκμάν και Φύσσα, η διαφορά στην αντίδραση των συνδικαλιστών όταν απολύουν έναν συνάδελφο σε σχέση με όταν απολύουν μια καθαρίστρια που δουλεύει στην outsource εταιρία καθαρισμού (κι ας δουλεύει πρακτικά δίπλα μας) και πολλές άλλες τέτοιες πράξεις επιλεκτικής αλληλεγγύης είναι χαρακτηριστικές.

    Γράφεις “Η αλληλεγγύη είναι εκεί για να αποδομήσει/καταστρέψει την σχέση εξουσίας/εκμετάλλευσης, για να διεξάγει έναν αγώνα και όχι να χτίσει θετικότητες. Οι θετικότητες, η αλληλεγγύη με τέτοιο τρόπο είναι η μηχανική-κοινοτιστική και η οργανική-ταξική. Αλλά αυτές έχουν ένα όριο. Το όριο της ομοιότητας”. Όμως και η αλληλεγγύη ως αποδόμηση χωρίς θετικότητα έχει επίσης όριο.

    Ακούγεται πολύ ενδιαφέρουσα η απόπειρα ξεπεράσματος αυτού του ορίου, όμως πέρα από το προφανές όριο στην κατεύθυνση του αποδέκτη (ας το πούμε έτσι) της αλληλεγγύης, υπάρχει όριο και στους αλληλέγγυους: Για παράδειγμα, θα μπορούσε να συνυπάρχει ένας σεξιστής σε ένα αντιφασιστικό μέτωπο, με άλλους ανθρώπους που έχουν καταφέρει να κατανοήσουν και να ξεπεράσουν τέτοιες συμπεριφορές? Γίνεται άραγε να ξεπεραστεί το όριο αυτό στην μια κατεύθυνση και όχι στην άλλη? Μπορούμε δηλαδή να ξεπερνάμε το όριο της ομοιότητας για τον αποδέκτη της αλληλεγγύης, αλλά όχι για την ομάδα των αλληλέγγυων? Μου φαίνεται πως ναι, γίνεται και ίσως βοηθά μάλιστα στο να ξεπεραστεί ένας ελιτισμός που εμφανίζεται καμιά φορά σε πολλές ομοιογενείς ομάδες αλληλέγγυων.

    • Είναι δόκιμο αυτό το ερώτημα για τον σεξιστή μέσα σε ένα αντιφασιστικό μέτωπο και χρήζει μιας πολύ πρακτικής απάντησης. Η απάντηση είναι ότι αυτού του τύπου η αλληλεγγύη (της άρνησης και της διαφοράς) δέχεται ότι μπορεί να υπάρχουν τέτοια πράγματα, τέτοιου είδους διαφορετικότητες. Δηλαδή, η πρακτική της αλληλεγγυής δεν μπορεί από μόνη της να λύσει τέτοια θέματα. Η πρακτική αυτή είναι μια στιγμή του πολέμου, μια πρακτική ενός αγώνα. Αυτά μπορεί να τα ξεπεράσει μια συλλογική συγκρότηση στη βάση της άρνησης και της διαφοράς. Αλλά γι’ αυτά θα γράψω στη συνέχεια, να μην τα πω εδώ σε ένα σχόλιο αποσπαματικά. Να σου δώσω και σένα ένα λόγο να επισκεφτείς ξανά το blog. 🙂

  2. σαμποτάζ

    Με λίγα λόγια, γίνεται λόγος για την αλληλεγγύη που, στηριζόμενη στις διαφορές των υποκειμένων, στις συγγενικές αλλά όχι ταυτιζόμενες ταυτότητές τους, διεκδικεί το ξεπέρασμα των ταυτοτήτων αυτών. Διεκδικεί δλδ το γκρέμισμα των ρόλων αλλά και των πλαστών διαχωρισμών (μεταξύ των καταπιεσμένων (αλλά όχι αυτο-θυματοποιημένων) υποκειμένων) που “προτείνει”/επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη λογική, το γκρέμισμα της λογικής της φιλεύσπλαχνης στήριξης ΣΕ κάποιον ο οποίος “έχει ανάγκη από βοήθεια”, το γκρέμισμα της εξάρτησης του ενός απ’ του άλλου με όρους “προσφοράς”, “συνδρομής” κλπ απ’ τους μεν και “ζητιανιάς” απ’ τους δε. Μια εξάρτηση που εκ φύσεως έχει ημερομηνία λήξης, αφού η ανάγκη μπορεί να “πάψει” να υπάρχει όταν τα πράγματα φύγουν απ’ τη χαοτική ροή του αγώνα και επιστρέψουν στην κανονικότητα. Επίσης, στην αλληλεγγύη “με βάση την ομοιότητα”, όντως δημιουργείται και ο ρόλος του προνομιούχου “παρόχου” αλληλεγγύης.
    Το μεγάλο στοίχημα λοιπόν, με βάση και τα γραφόμενά σου, είναι η άρνηση ταυτοτήτων. Των μεν χαλυβουργών, ως αυτών που αναπαράγουν τους εαυτούς τους απ’ τη θέση του χειρωνάκτη υποτιμημένου εργάτη, που διεκδικεί καλύτερες συνθήκες εργασίας και των δε αλληλέγγυων, ως αυτών που θα πάψουν να ψάχνουν σημεία ταύτισης, ώστε να “πάνε” να γίνουν “κράχτες” υπέρ των -κάθε- χαλυβουργών.

    Σε αυτό το θέμα είναι όντως σημαντική η σημασία που δίνεις στην “άρνηση” της αναπαραγωγής των σχέσεων εξουσίας και η μη σύγχυσή της με τον κατακερματισμό του “διαίρει και βασίλευε”, καθώς και η αποσαφήνιση της έννοιας της “αρνητικής αλληλεγγύης” σε σχέση με το αν είναι ικανή να παράξει “θετικό” πρόσημο.

    Ίσως τα λέω κάπως μπερδεμένα, αν μπορούν να βγάλουν κάποιο συμπέρασμα και αφορμή για κάποια σκέψη καλώς, αλλιώς δε χρειάζεται να σταθεί κανείς με λεπτομέρεια. Το είχα διαβάσει το κείμενο απ’ όταν είχε βγει, απλά ξανάπεσα πάνω του τώρα.
    Να ‘σαι καλά, καλή συνέχεια.

    υγ1. τα παραπάνω είναι σαν συνέχεια των σκέψεων που ανταλλάχθηκαν στα σχόλια κάτω απ’ το κείμενο για το τηλεκατευθυνόμενο λεωφορείο στα Τρίκαλα [https://blackathena.squat.net/λεωφορείο-χωρίς-οδηγό-βομβαρδιστικό/]
    υγ2. (έχω την εντύπωση ότι για τις απαντήσεις στα σχόλια, δεν έρχεται ειδοποίηση στο μέηλ που άφησα για να γράψω το σχόλιο. ό,τι απαντήσεις είχα δει σε παλιότερα σχόλια που ‘χα γράψει, τις είχα δει τυχαία. ίσως να βόηθαγε αν συνέβαινε αλλιώς)

    • Δεν τα λες καθόλου μπερδεμένα. Ίσα ίσα τα κάνεις και λίγο πιο απτά. Το παραπέρα ζήτημα- έστω ότι θέλουμε να οικειοποιηθούμε και να χρησιμοποιήσουμε αυτή τηην έννοια της αλληλεγγύης – είναι πως δε φτάνει μια πολιτική δήλωση ή ένα κείμενο. Χρειάζεται να μάθουμε μέσα από την εμπειρία να “βλέπουμε” τον κόσμο μέσα από την άρνηση και τη διαφορά καταρχάς. Και αυτό ξεφεύγει της τυπικής πολιτικής δραστηριότητας γιατί αυτά τα ζητήματα είναι τόσο ριζωμένα μέσα μας που πρέπει να ξεγίνουμε από αυτό που είμαστε, να αλλάξουμε και εσωτερικά ως πρόσωπα. Το θέμα της ταύτισης είναι τόσο βαθιά μέσα μας, μας συγκροτεί όχι πολιτικά (στο επίπεδο των πεποιθήσεων) αλλά σωματικά, ψυχικά, υπαρξιακά. Και για να γίνει αυτό δεν υπάρχουν απ’ τα πριν απαντήσεις και διαδικασίες. Κάποιες σκέψεις γράφτηκαν στο κείμενο για το βίωμα αλλά εναπόκειται κάθε φορά στους ανθρώπους να εφεύρουν μόνοι τους τους τρόπους σε κάθε ξεχωριστή συλλογικοποιήση. Το μεγάλο “εγώ” είναι πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα. Σε αυτά πως προχωράμε;

      Έχεις δίκιο ότι δεν έρχονται ειδοποίησεις στα mail για νέα σχόλια και απαντήσεις. Δεν το είχα σκεφτεί και δεν ξέρω να το κάνω ή αν μπορώ να το κάνω. Μέχρι τότε αυτό που μπορώ να κάνω είναι να στέλνω μια ειδοποιήση για όσους/ες αφήνουν e-mail.

Leave a Reply

Your email address will not be published.