Black Athena

Το πανεπιστήμιο είναι τμήμα του εργοστασίου (μέρος 1ο)

Αυτό το κείμενο γράφεται έχοντας στο νου το διαχρονικό ερώτημα για το πώς οι αγώνες εργατών και φοιτητών γίνονται κοινοί.

 

Το πανεπιστήμιο έχει μια δική του ιστορία που προηγείται της εγκαθίδρυσης του κεφαλαίου. Οι ιδιαιτερότητες αυτές της ιστορίας δεν γίνεται να αναλυθούν εδώ. Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως από την αρχή του συγκεντρώνει ένα πλήθος ανθρώπων από ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή τέλος πάντων αυτούς που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτά που επιδιώκουν να μελετούν, να καταγράφουν και να ταξινομούν (άρα και να δημιουργούν) γνώση και οι οποίοι κατακτούν μια ιδιαίτερη αυτονομία και εξουσία. Έτσι φέρνουν από το παρελθόν μια ελιτίστικη αντίληψη για τα πράγματα μαζί με ένα «πάθος» για τη γνώση. Σε αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο γεννιέται και η επιστήμη. Και κάπου εκεί γεννιέται και το κεφάλαιο. Ο ισχυρισμός εδώ είναι πως κεφαλαιοκρατία και επιστήμη έχουν μια σχετική αυτονομία στην γέννησή τους και φυσικά δεν αναλύονται με κανέναν μαρξιστικό τρόπο βάσης – εποικοδομήματος. (Αυτό δεν υπονοεί καθόλου ότι η επιστήμη συνδέεται εγγενώς με κάτι επαναστατικό – ίσα ίσα θα ισχυριστούμε το αντίθετο σε άλλο κείμενο.)

Υπάρχει μια ολόκληρη ιστορία που πρέπει να παραλείψουμε εδώ που έχει να κάνει με την σχέση βιομηχανικού κεφαλαίου, επιστήμης και τεχνολογίας η οποία καταλήγει με τρόπο θριαμβευτικό στην επιστημονική οργάνωση της εργασίας του Taylor. Από αυτή την ιστορική περίοδο και μετά μπορούμε να πούμε πως το πανεπιστήμιο είναι κυρίως ένας τομέας του εργοστασίου. Θα λέγαμε πως είναι ο τομέας της «Έρευνας και της Ανάπτυξης» (R&D όπως είναι στις μεγάλες εταιρείες) και ένας τομέας ειδίκευσης του εργατικού δυναμικού. Έτσι παντού σήμερα στον σοβαρά οργανωμένο καπιταλισμό – αυτό που λέμε «σοβαρά δυτικά κράτη» – τα πανεπιστήμια (και γενικότερα η εκπαίδευση) επιτελεί μια τέτοια λειτουργία. Ταυτόχρονα, επιτελεί και μια ιδεολογική λειτουργία. Ιδεολογική με την έννοια πως καθορίζει τον τρόπο που οι άνθρωποι γύρω από αυτό (φοιτητές, καθηγητές) αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την σχέση τους με αυτόν. Ανάλογα με τον κλάδο και το αντικείμενο αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη ιδεολογία κάθε φορά. Κρίσιμος παράγοντας ώστε να μην γίνεται συνειδητή η σχέση του εργοστασίου με το πανεπιστήμιο είναι αυτό που λέμε «εθνικά/κρατικά πανεπιστήμια». Και αυτό γιατί το κράτος γίνεται αντιληπτό ως ένα μέσο, ένα ουδέτερο εργαλείο (και όχι ως η οργάνωση του κεφαλαίου, ως ένας συλλογικός κεφαλαιοκράτης) του οποίου η πολιτική δεν καθορίζεται κυρίως από την ίδια τη δομή του αλλά από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. (Αυτή είναι η βασική ιδεολογική προκείμενη όλης της αριστερής ρητορικής). Όπως το «κράτος είμαστε εμείς», μας εκπροσωπεί όλους συνολικά ως έθνος, έτσι και το πανεπιστήμιο γίνεται αντιληπτό σαν ένα κοινωνικό κεκτημένο, σαν ένα πανεπιστήμιο για όλους. Με βάση αυτά ας πάμε να δούμε λίγο πιο ειδικά την περίπτωση των ελληνικών πανεπιστημίων.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια

Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (ακόμα και του ’80 σε κάποιο βαθμό) τα πανεπιστήμια χρησίμευσαν για την στελέχωση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Ενός κράτους που έκανε προσπάθειες εκσυγχρονισμού, που από αστυνομοκρατικό έπρεπε να έρθει πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα (για να ενταχθεί και στην ΕΟΚ). Έτσι, πολλά παιδιά (αγόρια κυρίως) που μεγάλωσαν μες στη φτώχεια και την εξαθλίωση ψάχνοντας για δουλειά, με γονείς αγρότες, εποχιακούς εργάτες, κτηνοτρόφους μπήκαν στα πανεπιστήμια. Ταυτόχρονα, την ίδια εποχή υπήρξε και το μεγάλο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης από την επαρχία για τα αστικά κέντρα όπου μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας. Αυτή η διαδικασία υπήρξε – καθόλου συμπτωματικά – παράλληλη. Από τη μια μεριά, εργοστάσια, βιοτεχνίες και άνθρωποι που συγκέντρωναν κάποια χρήματα και ανοίγανε ένα δικό τους μαγαζί και από την άλλη οι ειδικευόμενοι εργάτες που φοιτούσαν στα πανεπιστήμια. Οι δεύτεροι είναι ο πυλώνας της μετέπειτα μεσαίας τάξης. Εκείνη την περίοδο το πανεπιστήμιο λειτούργησε ως θεσμός ταξικής κινητικότητας προς τα πάνω. Ένα ασανσέρ που από τη χειρωνακτική εργασία σε ανέβαζε στον όροφο της διανοητικής/διοικητικής εργασίας ή τέλος πάντων σε κάποια εργασία με κάποιο κύρος.

Αυτή η ομάδα ανθρώπων είχε μνήμες της ταξικής της καταγωγής. Και αυτό είναι το βασικό στοιχείο και για την μετέπειτα απόλυτη ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ των μη – προνομιούχων ελλήνων και για την διαπαιδαγώγηση μιας ολόκληρης γενιάς με την αντίληψη ότι για να προκόψουν πρέπει να πάνε στο πανεπιστήμιο και δεν πρέπει με τίποτα να δουν το σκληρό πρόσωπο της εργασίας (αυτή είναι η γενιά που μένει μέχρι τα 35 με τους γονείς – και αυτό είναι ένα φαινόμενο διακριτό και πέρα από τα «χρόνια της κρίσης»).

Τις επόμενες δεκαετίας ο ιδεολογικός ηγεμόνας του ελληνικού κράτους ήταν το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με αυτό που λέμε «αξιοκρατία». Αξιοκρατία = τα κριτήρια των αφεντικών παρουσιασμένα σαν κριτήρια ουδέτερα από κάθε μεροληψία¹. Αυτή η ιδιαιτερότητα του ελληνικού «πελατειακού κράτους» (δες υποσημείωση 1) δημιούργησε μια δυσαρμονία των ροών στα πανεπιστήμια με τις ανάγκες του κεφαλαίου (μάλλον ο δανεισμός του ελληνικού κράτους έλυνε πρόσκαιρα αυτή τη δυσαρμονία). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κομμάτι με τους καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το οποίο δεν ακολουθούσε έναν κρατικό σχεδιασμό με ανταγωνιστικά σοβαρούς όρους και γι’ αυτό εκφράστηκε στον τομέα της λεγόμενης παραπαιδείας. Και με τη σειρά του αυτός ο τομέας ήταν άρρηκτα δεμένος ως ομάδα πίεσης με το ελληνικό κράτος. Έτσι, το πανεπιστήμιο από θεσμός μαζικής ταξικής κινητικότητας έγινε ένας θεσμός που αναπαρήγαγε την ίδια τάξη με ένα όραμα ταξικής ανέλιξης, μόνο που στην πράξη μόνο τηλεοράσεις και καινούρια αυτοκίνητα αγόραζαν – αυτό που λέμε μεσαία τάξη.

Τα τελευταία χρόνια της κρίσης – όπως τα λένε – τα πανεπιστήμια κάπως πρέπει να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Έτσι, οι σημερινοί φοιτητές είναι άνθρωποι που στην πλειοψηφία τους (εξαιρούμε περιπτώσεις πολυτεχνεία κτλ και μετανάστευση στις χώρες του βορρά) που κατεβαίνουν τάξη. Είναι σαν το τμήμα τους να χρεοκόπησε και να τους απολύει. Αυτό το κατέβασμα είναι βίαιο και οι φοιτητές δεν φαίνεται να το παίρνουν είδηση με τρόπο μαζικό – θα αναγκαστούν όμως. Το θέμα σε αυτό το άρθρο είναι ακριβώς αυτή η συνειδητοποίηση και ο κοινός αγώνας εργατών – φοιτητών – μεταναστών, δηλαδή, εργατών.

Σήμερα είμαστε σε μια περίοδο όπου στην πλειοψηφία τους οι φοιτητές είναι εργάτες υπό ειδίκευση, υπό μια ειδίκευση που δεν θα τους χρησιμεύσει για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Και μάλιστα χωρίς καμιά προοπτική ταξικής ανέλιξης. Όπως, για παράδειγμα, τις δεκαετίες του ’70, του ’80 όπου υπήρχε μαζικά η κοινωνική συνείδηση ότι «αν δουλέψεις θα ανταμειφθείς», «αν δουλέψεις θα ανέλθεις ταξικά». Αυτή ήταν η ιδεολογική ηγεμονία των αφεντικών όπου κατάφερε στα μυαλά των εργατών να ταυτίσει τα συμφέροντα τους με τα δικά τους. Αυτή η κίνηση έχει φτάσει στο τέλος της. Αλλά δεν φτάνει να το διακηρύσσουμε, πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε κιόλας. Και πώς θα το συνειδητοποιήσουμε αν δεν το διακηρύσσουμε παράλληλα;

Στο αρχικό ερώτημα, λοιπόν, τι μπορούμε να απαντήσουμε; Πως ο διαχωρισμός εργατών και φοιτητών έχει επιβληθεί από την ιδεολογία των αφεντικών. Ότι και οι δύο βρίσκονται σε διαφορετικά τμήματα της παραγωγικής διαδικασίας. Οι παροχές του κοινωνικού κράτους προς τους φοιτητές (εστίες, πάσο, επιδόματα) είναι η αμοιβή τους, ο μισθός τους γι’ αυτή την εργασία. Και τα τμήματά τους βρίσκονται τα τελευταία χρόνια υπό μετασχηματισμό. Έναν μετασχηματισμό που θέλει να τους σπρώξει προς τα κάτω – στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Φυσικά με τις εξαιρέσεις τους. Οι αγώνες εργατών – φοιτητών γίνονται κοινοί αρκεί να ειδωθεί το πανεπιστήμιο ως τμήμα της γενικής παραγωγικής διαδικασίας που συντονίζεται και οργανώνεται από το κράτος.

Υπάρχει ένα πρόβλημα που παραμένει όμως. Η ταξική διαφορά ανάμεσα στους φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στους εργάτες που δεν έχουν μετάσχει σε αυτήν. Οι φοιτητές ακόμα και τώρα έχουν προνόμια που άλλοι δεν τα έχουν (με χαρακτηριστικότερο τη φυγή προς άλλα κράτη). Εδώ θα πρέπει να δούμε δύο θέματα. 1) Το φοιτητικό κίνημα σε σχέση με εργατικό από αυτήν την ταξική σκοπιά και 2) την σχέση ειδικά ενός κομματιού του κινήματος που δραστηριοποιείται ακαδημαϊκά και εργάζεται πολλές φορές μέσα στα πανεπιστήμια. Θα συνεχίσουμε στο επόμενο μέρος.

¹Εδώ χρειάζεται μια σημείωση που θα αναλυθεί σε επόμενη ανάρτηση. Δεν υπάρχει καπιταλισμός. Υπάρχουν καπιταλισμοί. Όπως και με κάθε τι. Υπάρχει, δηλαδή, ένα σύστημα που έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά i) την κατοχή των μέσων παραγωγής από τους κεφαλαιοκράτες και όχι από τους εργάτες, ii) την παραγωγή κέρδους από την άντληση της υπεραξίας και iii) την οργάνωσή του υπό τη μορφή – κράτος. Υπό αυτή την έννοια, ο καπιταλισμός υπό το ελληνικό κράτος έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με την γενικότερη ιστορία της ελλάδας, τη βαλκανική ιστορία, την οθωμανική περίοδο ακόμα και τη βυζαντινή. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά φτιάχνουν μια ιδιαίτερη σχέση του ελληνικού κράτους με την ιδεολογική ηγεμονία της «αξιοκρατίας» έναντι μιας σχέσης πατρωνίας, οικογενειοκρατίας που ονομάζεται στο δημόσιο λόγο «πελατειακό/κομματικό κράτος». Η «αξιοκρατία» δεν είχε για πολλές δεκαετίες την ιδεολογική ηγεμονία στο ελληνικό κράτος. Αυτό συμβαίνει πολύ έντονα από την ένταξη στην ευρωπαϊκή αγορά και σήμερα θα λέγαμε ότι είναι η κυρίαρχη ιδεολογία.

Leave a Reply

Your email address will not be published.