Η Άρνηση (ρητών) κανόνων ως Επιβολή (άρρητων) κανόνων

Σε συνέχεια της προηγούμενης παρέμβασης για τις σχέσεις εκμετάλλευσης που πηγάζουν από την ασυνέπεια[1], παλιότερων παρεμβάσεων για το πώς οι συλλογικές ανάγκες και επιθυμίες δημιουργούν τους ρόλους και τις ιεραρχίες[2] θα καταγράψω σύντομα την πιο συνηθισμένη στάση που συναντάται (ακόμα και σήμερα) γύρω από τους κανόνες και τις αρχές λειτουργίας των συλλογικοτήτων, κοινοτήτων, συνελεύσεων. Πέρα από παλιές κλασικές αναρχικές αντιλήψεις για το θέμα αυτό μου φαίνεται επιπλέον χρήσιμη γι’ αυτό το σημείο και άποψη του Καστοριάδη. Ο Καστοριάδης έχει γράψει πως κάθε κοινωνία δίνει το νόμο στον εαυτό της. Αυτόνομη κοινωνία δεν είναι αυτή που κάνει ότι γουστάρει αλλά αυτή που δίνει το νόμο στον εαυτό της ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΕΙ. Ετερόνομη κοινωνία είναι αυτή που δίνει το νόμο στον εαυτό της αλλά ΔΕΝ το ξέρει. Θεωρεί ότι αυτό είναι προϊόν θεϊκών εντολών, της παράδοσης, της επιστήμης και γενικά οποιαδήποτε πηγή εντολών και κανόνων η οποία νοείται ως φυσική, ιερή και άρα αδιαμφισβήτητη.

Η απουσία αρχών λειτουργίας, καταστατικού ή οποιουδήποτε συνόλου κανόνων συλλογικής λειτουργίας παρουσιάζεται συνήθως ως υπεράσπιση της ελευθερίας, ως άρνηση να μπούνε οι άνθρωποι σε καλούπια ή να πειθαρχήσουν τη ζωτική τους δημιουργικότητα. Στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Μια τέτοια υπεράσπιση γίνεται από τη σκοπιά αυτού που θα έλεγε ο Καστοριάδης «ετερόνομη κοινωνία». Δηλαδή, από τη σκοπιά εκείνων των ανθρώπων που δίνουν το νόμο στον εαυτό τους αλλά ΔΕΝ το ξέρουν. Ή έχουν συμφέρον να διαδίδουν το ψέμα αυτό γιατί θέλουν να δίνουν/επιβάλλουν το δικό τους νόμο στους άλλους χωρίς οι άλλοι να το συνειδητοποιούν. Δεν υπάρχει κοινωνία, ομάδα και συλλογική κίνηση ανθρώπων που να μην υπόκειται σε τυπικούς ή άτυπους, ρητούς ή άρρητους κανόνες. Στην περίπτωση της Άρνησης αυτών των κανόνων αυτό που συμβαίνει είναι πως επιβάλλονται άρρητοι και άτυποι κανόνες που προέρχονται από αυτό που «αυθορμήτως» οι άνθρωποι ήδη κάνουν. Γνωρίζουμε καλά πως ο αυθορμητισμός σημαίνει όχι μόνο αγνή ελευθερία αλλά και κυριαρχία. Σημαίνει πως ο καθένας κάνει αυτό που ήδη έχει μάθει να κάνει. Ένας σεξιστής θα είναι «αυθόρμητα» σεξιστής. Η σύγχρονη κοινωνία διαπαιδαγωγεί άτομα διαχωρισμένα από το διπλανό τους. Άτομα ανταγωνιστικά τα οποία πρέπει να εκπληρώσουν τις ατομικές τους επιθυμίες, να αυτοεκπληρωθούν ως διαχωρισμένα άτομα, εξαρτημένα μόνο από τη σχέση κεφάλαιο και την κυριαρχική σχέση. Έτσι, η απουσία κανόνων στην πραγματικότητα σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, επιβολή του ανταγωνισμού ανάμεσα στα άτομα. Η τάση για συνεργασία από κάποια άτομα κοντράρεται με τις ατομικές επιθυμίες όπου το κάθε ατομικό ή συλλογικό «εγώ» επιδιώκει για τον εαυτό του να μετατραπεί η συλλογικότητα σε βασίλειο αυτού του «εγώ», σε μέσο εκπλήρωσης του νακρισσιστικού και ατομικού «εγώ» ανεξάρτητα από τα καθήκοντα που προκύπτουν από την πραγματικότητα του κοινωνικού πολέμου. Στο κείμενο «Οργάνωση ενάντια στη παρέα» γράφει με ακρίβεια: «αν μια συλλογικότητα καταφέρνει να πραγματώσει τις πολιτικές της επιθυμίες, ανεξάρτητα από το τι επιτάσσει η πολιτική συγκυρία, πάει καλά. Η δέσμευσή της δηλαδή αρχίζει και τελειώνει στη συνισταμένη των επιθυμιών και των φιλοδοξιών των μελών της».[3]

Η οργάνωση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μετασχηματιστούμε ως άτομα  και ως συλλογικό σώμα για την επίτευξη των ελευθεριακών σκοπών μέσα στον πραγματικό κόσμο. Και ειδικά εφόσον από γεννησιμιού μας έχουμε διαμορφωθεί για να υπηρετήσουμε αντίθετους εξουσιαστικούς σκοπούς. Όταν απουσιάζει αυτό, το μόνο που συμβαίνει είναι η αναπαραγωγή των ήδη υπαρχόντων σχέσεων και τρόπων ύπαρξης που οι άνθρωποι «αυθόρμητα» εξασκούν. Για παράδειγμα, σε μια ομάδα 20 ατόμων ένα άτομο που κοινωνικοποιείται εύκολα, είναι διαχυτικό με πολύ ελεύθερο χρόνο και ελάχιστες ευθύνες ώστε να βγαίνει για μπύρες με όλα τα άτομα έχει πλεονέκτημα στην επιρροή που ασκεί στη συλλογικότητα σε αντίθεση με κάποιο άτομο που είναι συνεσταλμένο, δεν το ‘χει με την επικοινωνία, είναι ίσως καταθλιπτικό, δεν έχει χρόνο, πρέπει να τρέχει σε χίλιες υποχρεώσεις, δεν έχει λεφτά για μπύρες και έχει προβλήματα υγείας. Με την επιλογή του αφορμαλισμού στην πραγματικότητα επιβάλλεται μια πραγματικά ιερή (δηλαδή εκτός αμφισβήτησης) φόρμα οργάνωσης όπου το 1ο άτομο βρίσκεται ψηλά και το 2ο στον πάτο. Μια ιεραρχική οργάνωση με ένα σύνολο άρρητων κανόνων που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιοι (ετερονομία). Με τέτοιες λειτουργίες οι παρέες, οι φαμίλιες, οι επίδοξοι αρχηγοί, υπασπιστές και περσόνες μετατρέπουν τις συλλογικότητες σε μέσα αναπαραγωγής των ατομικών και συλλογικών τους επιθυμιών που φέρουν από πριν και πολύ συχνά είναι άσχετες με τους συλλογικούς ρητούς σκοπούς. Η άρνηση, για παράδειγμα, να υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος λήψης αποφάσεων και οργάνωση της συζήτησης δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιβολή ενός άλλου τρόπου λήψης αποφάσεων: ο πιο γνωστός είναι ο εξωσυνελευσιακός χώρος των μπαρ και των καφέ όπου οι παρέες τα έχουν προ-αποφασίσει «αυθόρμητα» και τα φέρνουν στη συνέλευση ως πρόταση.

Το δίλημμα ανάμεσα σε κανόνες λειτουργίας και απουσία τέτοιων στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Δεν υπάρχει ομάδα που να λειτουργεί χωρίς κανόνες και αρχές λειτουργίας. Η αλήθεια αυτή είτε δεν αναγνωρίζεται γιατί βιώνεται ως φυσικό, ιερό γεγονός, είτε παραλείπεται γιατί υπάρχουν συμφέροντα εντός των ομάδων. Το ζήτημα είναι αν επιλέγουμε συλλογικά και ελεύθερα τους κανόνες ή αν μας επιβάλλονται. Αν οι κανόνες επιλέγονται και συμφωνούνται ρητά ή αν επιβάλλονται έμμεσα με τις φυσικοποιημένες σχέσεις εξουσίας με τις οποίες ξεκινάμε κάθε συλλογική προσπάθεια. Δηλαδή, αν διαλέγουμε ανάμεσα στην αυτονομία ή στην Ιεραρχία, στους έξωθεν κανόνες που δεν αναγνωρίζονται και είναι ταμπού να μιλάμε γι’ αυτούς.

Φυσικά, η συνεργασία, η ισότητα και η αντιεξουσία υπάρχουν και αυτές παρούσες στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και μπορεί να «τύχει» μια συλλογικότητα να αποτελείται από ανθρώπους που αυτές οι ποιότητες υπερισχύουν άλλων. Αλλά το ζήτημα με την οργάνωση είναι ακριβώς αυτό: ότι δεν μπορεί να αφήνεται το πράγμα στη τύχη. Αν οργανωνόμαστε το κάνουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο, γεγονός που περιλαμβάνει πρώτα και κύρια τον δικό μας τρόπο ύπαρξης και σχέσης.

Το ερώτημα λοιπόν που πρέπει να απαντήσουμε δεν είναι ανάμεσα σε οργάνωση και αφορμαλισμό αλλά ανάμεσα σε μια οργάνωση που υπηρετεί «αυθόρμητα» μεγάλες ή μικρές σχέσεις Κυριαρχίας και σε μια οργάνωση που είναι αντι-γραφειοκρατική, υπηρετεί την αντιιεραρχία, την αλληλεγγύη, τη συνεργασία, το διαμοιρασμό της δύναμης και την ουσιαστική ατομική και συλλογική χειραφέτηση.

Τα ίδια ισχύουν αν σε αυτό το κείμενο αντικαταστήσουμε τις «αρχές λειτουργίες/κανόνες» με τη «στρατηγική». Η άρνηση να συζητήσουμε για στρατηγική είτε αφορά κοινωνικά, είτε πολιτικά εγχειρήματα, δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά την υπαγωγή σε άρρητες στρατηγικές των συμμετεχόντων που υλοποιούνται άτυπα μέσα στο συλλογικό σώμα ή σε στρατηγικές που επιβάλλονται έξωθεν είτε από φίλους, είτε – ακόμα χειρότερα – από εχθρούς.


[1] “Η σχέση ασυνέπειας – συνέπειας ως σχέση εκμετάλλευσης”
https://blackathena.squat.net/asynepeia/

[2] “Ηγέτης και Αποδιοπομπαίος Τράγος: δύο όψεις του ίδιου νομίσματος”
https://blackathena.squat.net/hgetis-apodiopompaios-tragos/

[3] “Οργάνωση ενάντια στην παρέα: η διαδικασία της υπεραυτονόμησης και οι δομικές αδυναμίες μιας αναρχικής συλλογικότητας”
https://provo.gr/organosienantia-sti-parea/

One response to “Η Άρνηση (ρητών) κανόνων ως Επιβολή (άρρητων) κανόνων

  1. Εργάτη, ερευνητή της αυτοοργάνωσης διάβασα και κρατώ το σχόλιο σου όπως ζήτησες. Θα δω τους συνδέσμους με την πρώτη ευκαιρία, σ’ευχαριστώ που τους έστειλες. Μπορείς πάντα να επικοινωνήσεις και στο e-mail που έχω αφήσει στην “ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ”.

Leave a Reply

Your email address will not be published.